Menu

vtn ban02

Χημική Σύσταση του Γάλακτος, Αιτίες που την Επηρεάζουν και Κατανόηση της Σημαντικότητας της για τη Λειτουργία της Μονάδας

Οι περισσότερες αγορές γάλακτος σε Ευρωπαϊκή Ένωση και H.Π.Α έχουν ως αρχή πληρωμής των παραγωγών το σύστημα πολλαπλών τιμών, που πληρώνει τους παραγωγούς βάσει της λιποπεριεκτικότητας, πρωτεϊνοπεριεκτικότητας και άλλων γαλακτοκομικών στερεών. Αυτή είναι σχετικά νέα μέθοδος τιμολόγησης, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τις τιμές πώλησης των μεταποιημένων γαλακτοκομικών προϊόντων. Αποτέλεσμα λοιπόν, είναι ότι, η απόδοση σε προϊόντα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την απόδοση του γάλακτος σε τυρί. Ως εκ τούτου, τα επίπεδα συστατικών του γάλακτος έχουν λάβει νέα σημασία στη διαχείριση του ζωικού κεφαλαίου. Εκτός του ότι η χημική σύσταση του γάλακτος είναι δείκτης υγείας του ζώου, όπως και η ορθή αναλογία λίπους-πρωτεΐνης είναι δείκτης ορθής διατροφής, που επηρεάζει άμεσα τα έσοδα του παραγωγού.

Γενικά η σύσταση του λίπους και της πρωτεΐνης του γάλακτος έχουν θετική συσχέτιση εντός ενός πληθυσμού αγελάδων γαλακτοπαραγωγής. Παρ’ όλα αυτά, διαφορετικές φυλές αγελάδων έχουν σημαντικότατες διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα, οι αγελάδες φυλής Holstein έχουν τη χαμηλότερη συγκέντρωση σε λίπος και πρωτεΐνη, ενώ οι αγελάδες της φυλής Jersey παρουσιάζουν από τα υψηλότερα αποτελέσματα συγκέντρωσης των στοιχείων αυτών. Ακόμα, η παραγωγή λίπους και πρωτεΐνης του γάλακτος, κάτω από τις ίδιες κλιματικές συνθήκες μπορεί να διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κοπαδιών. Σε ευρεία μελέτη, η οποία έγινε στην Ανατολική Μεσόγειο μεταξύ των χρόνων 2000 με 2002, έχει εντοπιστεί ότι ο μέσος όρος εκατοστιαίας συγκέντρωσης του λίπους είναι 3,76 και της πρωτεΐνης 3,05. Αυτά τα δεδομένα είναι αποτελέσματα, που παρουσιάστηκαν από αγέλες πραγματικής παραγωγής κάτω από τρέχουσες συνθήκες εκτροφής και όχι από ερευνητικά κέντρα.

Ουσιαστικά, τα σημαντικότερα συστατικά του γάλακτος από διαιτητικής πλευράς είναι το λίπος, η πρωτεΐνη, η λακτόζη, τα ανόργανα στοιχεία και οι βιταμίνες, από οικονομικής όμως άποψης είναι το λίπος και η πρωτεΐνη. Γενικά, γάλα καλής ποιότητας είναι αυτό που προέρχεται από ζώα που εκτρέφονται σωστά, που έχει κανονική χημική σύσταση, χρώμα, οσμή και γεύση, που περιέχει μικρό αριθμό μικροβιακού φόρτου, απαλλαγμένο από παθογόνους μικροοργανισμούς, δεν περιέχει ξένες ουσίες (π.χ. αντιβιοτικά, συντηρητικά, ορμόνες κ.ά.) και που δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε επέμβαση νοθείας.

Στόχος λοιπόν όλων των παραγωγών αλλά και υπεύθυνων διατροφής, πέραν της γαλακτοπαραγωγής, είναι να μπορέσουν να έχουν όσο το δυνατόν υψηλότερα επίπεδα λίπους και πρωτεΐνης με γνώμονα πάντα τα όρια των δυνατοτήτων του ζώου.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗ ΧΗΜΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το λίπος και την πρωτεΐνη του γάλακτος, και πολλοί από αυτούς μπορούν με κατάλληλους χειρισμούς να δώσουν τη δυνατότητα να επιτευχθούν υψηλότερα αποτελέσματα από τον μέσο όρο επιπέδων των συστατικών του γάλακτος συγκεκριμένης φυλής. Ακόμα, θα πρέπει να έχουμε κατά νου, ότι τα κοπάδια που έχουν αποτελέσματα κάτω του μέσου όρου της φυλής τους, έχουν περισσότερες πιθανότητες να βελτιώσουν τα επίπεδα αυτά έναντι των ζώων που έχουν αγγίξει τους μέσους όρους.

Άλλοι Παράγοντες Εκτός από την Διατροφή

Στάδιο της γαλακτικής περιόδου. Επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό, κυρίως το λίπος και ακολούθως την πρωτεΐνη του γάλακτος. Τα υψηλότερα ποσοστά αυτών των δύο στοιχείων ανευρίσκονται στο πρωτόγαλα. Ακολούθως του τοκετού, παρατηρείται μια πτωτική τάση της συγκέντρωσης του λίπους και της πρωτεΐνης μεταξύ της 25ης και της 50ης ημέρας όπου στο μεσοδιάστημα αυτό παρατηρούνται τα χαμηλότερα επίπεδα των τιμών αυτών. Μετά το μέγιστο της γαλακτοπαραγωγής, παρατηρείται μια αύξηση της τιμής του λίπους και της πρωτεΐνης του γάλακτός, με το υψηλότερο σημείο να παρατηρείται την 250η ημέρα όπου και η παραγωγή γάλακτος αρχίζει να ελαττώνεται σημαντικά.

Η Ηλικία επηρεάζει και τις δύο παραμέτρους, διότι μεγαλώνοντας ηλικιακά το ζώο αυξάνει την τιμή και των δύο συστατικών. Συγκεκριμένα, το λίπος του γάλακτος ανεβαίνει περίπου 0,15% κάθε χρόνο από την πρώτη έως την πέμπτη γαλακτική περίοδο, ενώ η πρωτεΐνη του γάλακτος παρουσιάζει μια αύξηση 0,02 μέχρι 0,05% κάθε γαλακτική περίοδο.

Η Εποχή διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη συγκέντρωση του λίπους και της πρωτεΐνης του γάλακτος. Οι θερμοί καλοκαιρινοί μήνες συνάμα με τις υψηλές συγκεντρώσεις σε υγρασία (Ιούλιος και Αύγουστος) μειώνουν τη συγκέντρωση σε λίπος και πρωτεΐνη του γάλακτος. Ενώ αύξηση της πρωτεΐνης και του λίπους του γάλακτος παρουσιάζεται εντός των χειμερινών μηνών. Ακολούθως, την άνοιξη παρουσιάζεται μικρή πτώση της συγκέντρωσης των συστατικών αυτών, σε αντίθετη σχέση με το φθινόπωρο όπου παρουσιάζεται αύξηση. Αυτές οι αλλαγές συνδέονται σε μεγάλο βαθμό και με την παράμετρο της λήψης τροφής.

Γενετική και κληρονομικότητα αντιπροσωπεύουν το 55% των διαφορών μεταξύ των αγελάδων όσον αφορά το περιεχόμενο σε λίπος και πρωτεΐνη του γάλακτος. Η κληρονομικότητα δείχνει την αναλογία των παρατηρούμενων διαφορών που οφείλονται στη γενετική, πέραν των περιβαλλοντικών παραγόντων. Η εκατοστιαία αναλογία του λίπους και της πρωτεΐνης είναι πιο πολύ γενετικής φύσης, σε σύγκριση με την απόδοση του γάλακτος. Το ύψος της γαλακτοπαραγωγής  είναι αναλογικά αντίστροφο με τη λιποπεριεκτικότητα και πρωτεϊνοπεριεκτικότητα του γάλακτος. Για πολλά χρόνια, η επιλογή των ταύρων γινόταν βάσει κυρίως των αποδόσεων σε γαλακτοπαραγωγή, που είχε ως αποτέλεσμα την πολύ αργή αύξηση του λίπους και της πρωτεΐνης με την πάροδο του χρόνου.  Παρόλα αυτά, επειδή το λίπος και η πρωτεΐνη του γάλακτος έχουν αρνητική συσχέτιση με την γαλακτοπαραγωγή, αλλαγή στη σύσταση του γάλακτος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της γενετικής επιλογής και μόνο.

Ακόμα, χαμηλή τιμή του λίπους και της πρωτεΐνης μπορεί να οφείλεται και σε τεχνικά προβλήματα, όπως το σύστημα ψύξης, προβλήματα δειγματοληψίας, προβλήματα μεταφοράς, παραλαβής, ανάδευσης κ.ά.

Διατροφικοί Παράγοντες και Διατροφικές Πρακτικές

Από όλους αυτούς τους παράγοντες, που επηρεάζουν τη σύνθεση του γάλακτος, οι πιο πιθανοί παράγοντες που προκαλούν προβλήματα στη χημική σύσταση του γάλακτος, είναι η διατροφή και οι πρακτικές αυτής. Πτώση του λίπους του γάλακτος, η οποία προέρχεται από διάφορες λανθασμένες διατροφικές πρακτικές, μπορεί να αρχίσει να επανέρχεται στα κανονικά επίπεδα μετά από τουλάχιστον είκοσι μέρες (20), από την εφαρμογή του διορθωμένου σιτηρεσίου. Σε αντίθεση με την πρωτεΐνη του γάλακτος, οι αλλαγές γίνονται εμφανείς από τρεις έως έξι εβδομάδες ή περισσότερο εάν το διατροφικό πρόβλημα ήταν για μια παρατεταμένη περίοδο. Η αλλαγή διατροφής είναι πολύ περισσότερο εμφανής ή επηρεάζει περισσότερο την λιποπεριεκτικότητα παρά την πρωτεϊνοπεριεκτικότητα. Το λίπος του γάλακτος μπορεί να αλλάξει από 0,1 έως 1,0 μονάδες, καθώς η πρωτεΐνη σπάνια αλλάζει ή μεταβάλλεται από 0,1 σε 0,4 λόγω διατροφικών αλλαγών. Για αυτούς τους λόγους, διατροφή και διαχείριση θεωρούνται οι καλύτερες λύσεις των προβλημάτων όσον αφορά τη σύσταση του γάλακτος σε λίπος και πρωτεΐνη, πέραν των γενετικών παραγόντων.

Προέλευση του λίπους του γάλακτος. Από την πέψη των κυτταρικών τοιχωμάτων στη μεγάλη κοιλία παράγονται τα πτητικά λιπαρά οξέα, το οξικό και το βουτυρικό οξύ. Το βουτυρικό εφοδιάζει με ενέργεια τα τοιχώματα της μεγάλης κοιλίας, και μέρος από αυτή μετατρέπεται σε β-υδροξυβουτυρικό οξύ στα τοιχώματα της μεγάλης κοιλίας. Περίπου, το μισό από τη σύνθεση του λίπους του γάλακτος παράγεται στο μαστό από το οξικό και β-υδροξυβουτυρικό. Το υπόλοιπο μισό παράγεται από τα λιπαρά οξέα του αίματος.

Οι μικροοργανισμοί της μεγάλης κοιλίας μπορούν να μετατρέψουν την πρωτεΐνη της τροφής σε μικροβιακή πρωτεΐνης η οποία είναι η πρωταρχική πηγή για τα απαραίτητα αμινοξέα των αγελάδων. Αυτά τα αμινοξέα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους μαστικούς αδένες για τη σύνθεση της πρωτεΐνης του γάλακτος. Η γλυκόζη είναι το συστατικό που χρειάζεται διότι παρέχει την ενέργεια που απαιτείται για να υποστηριχθεί η διαδικασία αυτή. Η γλυκόζη λοιπόν, σχηματίζεται από τα πτητικά λιπαρά οξέα στο συκώτι ή απορροφάται άμεσα από το λεπτό έντερο. Εάν η ποσότητα του προπιονικού οξέος, που απορροφάται από τη μεγάλη κοιλία είναι πολύ μικρή, τότε η αγελάδα θα πρέπει να σπάσει τα αμινοξέα και να τα μετατρέψει σε γλυκόζη (η διαδικασία αυτή καλείται γλυκονεογένεση), αυτή η διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η παροχή των αμινοξέων που προωθούνται για το σχηματισμό της πρωτεΐνης του γάλακτος.

Η λειτουργία της μεγάλης κοιλίας. Σχετικά με την ποσότητα της πρωτεΐνης και της ενέργειας που είναι διαθέσιμες στη μεγάλη κοιλία τη δεδομένη στιγμή, είναι ο κύριος παράγοντας που επηρεάζει τη ζύμωση της μεγάλης κοιλίας και ως εκ τούτου τα συστατικά του γάλακτος. Κάθε σιτηρέσιο και διατροφικός παράγοντας επηρεάζει το μεταβολισμό του στομάχου και για αυτό τον λόγο μπορεί να αλλάξει τα επίπεδα του λίπους και της πρωτεΐνης του γάλακτος. Παρέχοντας σταθερά επαρκείς και ισοζυγισμένες ποσότητες ενέργειας και πρωτεΐνης έχει ως αποτέλεσμα τον υψηλό βαθμό πεπτικότητας των υδατανθράκων, επακόλουθο αυτού είναι η αποτελεσματικότερη πέψη των κυτταρικών τοιχωμάτων τα οποία είναι το κλειδί για τη σωστή παραγωγή και χημική σύσταση των πρωτεϊνών. Σε αλλαγή του σιτηρεσίου όπου παρατηρείται αυξημένη συγκέντρωση ενέργειας και χαμηλή συγκέντρωση σε κυτταρίνη έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της πρωτεΐνης του γάλακτος και ταυτόχρονη μείωση του λίπους του γάλακτος.

Διατροφική διαχείριση. Οποιαδήποτε κατάσταση προκαλεί τις αγελάδες να τρώνε ασυνήθιστα ή που περιορίζει τη λήψη τροφής, επηρεάζει αρνητικά τη χημική σύσταση του γάλακτος, όπως για παράδειγμα, ο υπερπληθυσμός στους διαδρόμους τροφοδοσίας, η κοινή συνύπαρξη των μοσχίδων με τις αγελάδες στα ίδια κτήρια, σιτηρέσια τα οποία ενθαρρύνουν τη διαλογή της τροφής, εξ ολοκλήρου σίτιση σε αυτόματες ταΐστρες και μη χρήση του TMR, ανεπαρκής εξαερισμός, το μη συχνό σπρώξιμο της τροφής στους διαδρόμους τροφοδοσίας κ.ά. Ακόμα θα πρέπει να εξασφαλίζεται να υπάρχει όσο το δυνατόν γίνεται, φρέσκα τροφή στη διάθεση του ζώου είκοσι με είκοσι δύο ώρες καθημερινώς. Χαλασμένες τροφές θα πρέπει να απομακρύνονται ή να αποφεύγεται να χορηγούνται στις αγελάδες, η σκιά και ο δροσερός χώρος κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών βοηθά κατά πολύ στη διατήρηση της κανονικής λήψης στα φυσιολογικά πρότυπα γεύματος. Ακόμα, αλλαγές στο σιτηρέσιο θα πρέπει να γίνονται προσεχτικά και σταδιακά, δίνοντας τη δυνατότητα στους μικροοργανισμούς της μεγάλης κοιλίας να προσαρμόζονται στην αλλαγή. Οποιαδήποτε αλλαγή του σιτηρεσίου που προκαλεί μείωση παραγωγής της μικροβιακής πρωτεΐνης λόγω διατροφής ή διαχείρισης, θα μειώσει την πρωτεΐνη και το λίπος του γάλακτος.

Σωματική κατάσταση. Η σωστή σωματική κατάσταση των αγελάδων είναι ιδανική για μέγιστη παραγωγή, διότι οι αγελάδες μπορούν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τα συστατικά του σιτηρεσίου. Αν όμως τα σωματικά αποθέματα είναι στο ελάχιστο, η παραγωγή και η σύσταση του γάλακτος θα είναι και αυτές στο ελάχιστο. Από την άλλη πλευρά, τα υπέρβαρα ζώα, έχουν αυξημένες πιθανότητες εκδήλωσης μεταβολικών νόσων, οι οποίες επιδρούν αρνητικά και στην σύσταση του γάλακτος.  Τόσο οι αγελάδες που γεννούν με λεπτή σωματική κατάσταση όσο και οι παχιές, γενικά ισχύει ότι έχουν χαμηλότερη λιποπεριεκτικότητα στο δεύτερο και τρίτο στάδιο της γαλακτικής περιόδου έναντι των αγελάδων με σωστή σωματική κατάσταση. Επιπρόσθετα, μελέτες έχουν δείξει ότι τα ζώα που λαμβάνουν λιγότερη πρωτεΐνη από τα προβλεπόμενα επίπεδα, κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εβδομάδων προ του τοκετού, επηρεάζει αρνητικά τη συγκέντρωση της πρωτεΐνης του γάλακτος καθ’ όλη τη διάρκεια της γαλακτικής περιόδου.

Επίδραση της ενέργειας. Γενικά η πρόσληψη της ενέργειας ή αναλογία αύξησης της πυκνότητας αυτής και/ή μείωση της συγκέντρωσης των χονδροειδών ζωοτροφών, έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της λιποπεριεκτικότητας του γάλακτος, ενώ παρουσιάζεται αύξηση της συγκέντρωσης της πρωτεΐνης. Σε αντίθεση, όταν με την αύξηση της συγκέντρωσης των κυτταρικών τοιχωμάτων και/ή τη μείωση της ενέργειας του σιτηρεσίου παρατηρείται αύξηση της συγκέντρωσης του λίπους και μείωση της πρωτεΐνης του γάλακτος. Μειωμένη συγκέντρωση ενέργειας στα σιτηρέσια ή σιτηρέσια με χαμηλότερο βαθμό πεπτικότητας του σιτηρεσίου, επηρεάζει την πτώση της πρωτεΐνης του γάλακτος από 0,1 μέχρι 0,4%.  Αυτή η μείωση μπορεί να είναι αποτέλεσμα μειωμένης χορήγησης συμπυκνωμένων ή χονδροειδών ζωοτροφών, κακής ποιότητας χονδροειδών ζωοτροφών, έλλειψη ισοζυγίου πρωτεΐνης και ενέργειας και ανόργανων στοιχείων. Επίσης, η υψηλή συγκέντρωση της ενέργειας του σιτηρεσίου προκαλεί πτώση της τιμής του λίπους. Γι’ αυτό το λόγο το σωστό στη διατροφή του ζώου είναι πάντα τα φυσιολογικά όρια.

Επίδραση της πρωτεΐνης. Η έλλειψη ολικής πρωτεΐνης του σιτηρεσίου, επηρεάζει αρνητικά την πρωτεΐνη του γάλακτος, για παράδειγμα η οριακή ανεπάρκεια του σιτηρεσίου σε ολική πρωτεΐνη μπορεί να μειώσει την πρωτεΐνη του γάλακτος από 0,0 μέχρι 0,2%, ενώ μεγαλύτερου βαθμού έλλειψη της πρωτεΐνης μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερες επιπτώσεις. Παρ’ όλα αυτά, η υπερβολική χορήγηση πρωτεΐνης στις αγελάδες δεν αυξάνει την πρωτεΐνη του γάλακτος, καθώς η περίσσια αυτής αποβάλλεται με τη μορφή της ουρίας, σπαταλώντας έτσι περισσότερη ενέργεια από το ζώο, για το σχηματισμό της ουρίας. Η ολική πρωτεΐνη του σιτηρεσίου έχει ελάχιστη επίδραση στα επίπεδα του λίπους του γάλακτος.

Επιπλέον, ο τύπος της πρωτεΐνης του σιτηρεσίου επιδρά στην συγκέντρωση της πρωτεΐνης του γάλακτος. Χρησιμοποιώντας ενώσεις μη πρωτεϊνικού αζώτου, για να αντικατασταθεί μέρος της ολικής πρωτεΐνης, δύναται να μειώσει από 0,1 μέχρι 0,3% την πρωτεΐνη του γάλακτος και στις περιπτώσεις όπου τα όρια χρήσης των ενώσεων αυτών ξεπεράσουν το μέγιστο επιτρεπτό όριο, η πτώση αυτή μπορεί να είναι από 0,1 μέχρι 0,3 μονάδες.   Το ισοζύγιο της ολικής πρωτεΐνης, η αδιάσπαστη πρωτεΐνη στη μεγάλη κοιλία, η πεπτή πρωτεΐνη στη μεγάλη κοιλία, όπως και τα όρια των αμινοξέων διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο, στην πρωτεΐνη του γάλακτος των ζώων και γενικά στην υγεία των αγελάδων.

Συμπυκνωμένες ζωοτροφές. Η αύξηση της λήψης των συμπυκνωμένων ζωοτροφών είναι μια από τις αιτίες μείωσης του βαθμού πεπτικότητας των χονδροειδών ζωοτροφών και της παραγωγής του οξικού οξέος. Η παραγωγή του προπιονικού οξέος ενθαρρύνεται από τη μεγάλη λήψη των συμπυκνωμένων ζωοτροφών, στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει παράλληλα να γίνεται χορήγηση χωνευτικών ουσιών (buffer), ώστε να αποφευχθούν προβλήματα οξεώσεων και μεταβολές στη χημική σύσταση του γάλακτος. Ενώ η χορήγηση κυτταρικών ουσιών, μπορεί να επηρεάσει θετικά τόσο το λίπος όσο και την πρωτεΐνη του γάλακτος.

Χονδροειδής ζωοτροφές. Το σιτηρέσιο των γαλακτοπαραγωγικών αγελάδων θα πρέπει να αποτελείται τουλάχιστο από 35-40% ξηράς ουσίας, προέλευσης από χονδροειδής ζωοτροφές. Χορήγηση χαμηλής ποσότητας χονδροειδών ζωοτροφών είναι η κυριότερη αιτία χαμηλής συγκέντρωσης του λίπους του γάλακτος, λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σε κυτταρίνες του σιτηρεσίου. Μερικοί από τους πιθανούς λόγους για τη χαμηλή κατανάλωση κυτταρινών, μπορεί να είναι η έλλειψη των χονδροειδών ζωοτροφών, που είτε να οφείλεται κυρίως σε λόγους ανομβρίας, φτωχής ποιότητας χονδροειδών ζωοτροφών ή ακόμα και λόγω χαμηλής συγκέντρωσης κυτταρινών λόγω λανθασμένης στιγμής κοπής των χονδροειδών ζωοτροφών. Αν και τα σιτηρέσια που αποτελούνται από χαμηλή συγκέντρωση σε χονδροειδής ζωοτροφές (υψηλής ενέργειας) έχουν ως αποτέλεσμα να αυξάνεται η πρωτεΐνη του γάλακτος, όμως αυτή η στρατηγική δεν συνιστάται. Τα χαμηλά επίπεδα χονδροειδών ζωοτροφών συνδέονται με διάφορες μορφές οξεώσεων και χωλότητες (κουτσάρες), τα κανονικά επίπεδα χονδροειδών ζωοτροφών είναι αυτά που εξασφαλίζουν τη μακρόχρονη και σταθερή υγεία του ζώου.

Συμπερασματικά, επίτευξη κανονικής περιεκτικότητας σε λίπος και πρωτεΐνη του γάλακτος μπορεί να επιτευχθεί με τη σίτιση ενός ισόρροπου σιτηρεσίου που καλύπτει τις χημικές και φυσικές ανάγκες του ζώου. Βασικές πρακτικές διαχείρισης για την επίτευξη αυτού του στόχου περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: έλεγχος της σύστασης των χονδροειδών ζωοτροφών σε ενέργεια, ιχνοστοιχεία και πρωτεΐνη, έλεγχος σε τακτά διαστήματα της χημικής σύστασης του TMR για να εξεταστεί κατά πόσο πληρούν τις απαιτήσεις της αγέλης, αξιολόγηση του μεγέθους των τεμαχιδίων των χονδροειδών ζωοτροφών στο TMR, χρήση αρχείων παραγωγής για να μπορεί να υπάρχει πλήρη και αντικειμενική εικόνα των αποδόσεων της μονάδας και τη χρήση βαθμολόγησης της σωματικής κατάστασης των ζώων για αξιολόγηση της επιτυχίας του προγράμματος διατροφής. Ακόμα θα πρέπει να ελέγχεται σε συχνά χρονικά διαστήματα η χημική σύσταση του γάλακτος και όχι μια φορά το μήνα, για να δίνεται η δυνατότητα στον παραγωγό σε συνεργασία με το διατροφολόγο της μονάδας να διορθώνουν τυχόν λάθη. Εάν η σύσταση του γάλακτος πέσει ξαφνικά από τα φυσιολογικά όρια, τότε θα πρέπει να γίνεται  άμεση διάγνωση για να διορθωθεί έγκαιρα το πρόβλημα. Ακόμα, η σαφής εικόνα της σύστασης του γάλακτος, επιτρέπει στους υπεύθυνους της μονάδας να προβούν σε διατροφικές αλλαγές συνάρτηση με τις συνθήκες της αγοράς. Τέλος, στην προσπάθεια τους οι παραγωγοί να λάβουν τη μέγιστη τιμή θα πρέπει να υπολογίζουν κατά πόσο τα πρόσθετα έσοδα είναι περισσότερα από το επιπλέον κόστος.

Για περισσότερες πληροφορίες, απευθυνθείτε στο Τεχνικό Προσωπικό του Τμήματος Μηρυκαστικών της Εταιρείας μας:

Γιάννης Ξυπολέας, τηλ. 99598093

Λένος Γιασουμής, τηλ. 99343820